μικροκαμωμένος


μικροκαμωμένος
[микрокамомэнос] εκ. мелкий

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μικροκαμωμένος" в других словарях:

  • μικροκαμωμένος — η, ο 1. (γενικά) αυτός που έχει μικρές διαστάσεις 2. (για άνθρωπο ή ζώο) αυτός που έχει μικρό ανάστημα και λεπτά μέλη, λεπτοφυής, μικροφυής. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο) * + καμωμένος, μτχ. παρακμ. τού ρ. κάμνω (πρβλ. καλο καμωμένος)] …   Dictionary of Greek

  • μικροκαμωμένος — η, ο ο άνθρωπος με μικρές διαστάσεις, μικρό ανάστημα και λεπτά πόδια και χέρια: Μας άνοιξε την πόρτα ένα μικροκαμωμένο παιδί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δέμας — το (Α δέμας) (α. «μικρός το δέμας» μικροκαμωμένος β. «δέμας ἀθανάτοισιν ὁμοῑος» με θεϊκό παράστημα αρχ. 1. (περιφραστικά) «μητρῷον, πατρῷον δέμας» η μητέρα, ο πατέρας 2. «Ἀστερίας δέμας» η Δήλος 3. «Δάμαρτος ἀκτᾱς δέμας» το ψωμί 4. «δέμας πυρός… …   Dictionary of Greek

  • εφταμηνίτης — και επταμηνίτης, ο, εφταμηνίτισσα και επταμηνίτισσα, η, εφταμηνίτικο, το [εφτάμηνο] 1. εφταμηνίτικος 2. μτφ. αυτός που παρουσιάζει σωματικές ατέλειες, ατροφικός, μικροκαμωμένος …   Dictionary of Greek

  • μικρ(ο)- — (ΑΜ μικρ[ο]) τύπος «σύνθετου υποκοριστικού» (πρβλ. λιγο , χαμο , υπο κ.ά.) που ανάγεται στο επίθ. μικρός*. Δηλώνει σμίκρυνση ή υποκορισμό τής σημ. τού β συνθετικού, ενώ χρησιμοποιείται και για να προσδώσει μειωτική σημ. στο β συνθετικό (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • μικροκάμωτος — η, ο ο μικροκαμωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο)* + καμωτός (< κάμνω), πρβλ. καλο κάμωτος] …   Dictionary of Greek

  • μικροφυής — ές (ΑΜ μικροφυής, ές) 1. μικρόσωμος, μικροκαμωμένος, λεπτοφυής 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μικροφυές η μικροφυΐα*. επίρρ... μικροφυώς (ΑΜ) με μικροφυή τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο) * + φυής (< φύω / φύομαι), πρβλ. μεγαλο φυής] …   Dictionary of Greek

  • μικρόσωμος — η, ο αυτός που έχει μικρό και λεπτό σώμα, μικροκαμωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο) * + σώμα, σχηματισμένο από το θ. τής ονομ. αντί μικροσώματος (πρβλ. μεγαλό σωμος)] …   Dictionary of Greek

  • μπουκιά — η [μπούκα] 1. η ποσότητα τροφής που μπορεί να χωρέσει κάθε φορά στο στόμα, αλλ. βουκιά 2. φρ. α) «δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα» δεν έφαγε απολύτως τίποτε β) «δίνει και τη μπουκιά του» είναι πάρα πολύ φιλότιμος και γενναιόδωρος γ) «είναι μπουκιά… …   Dictionary of Greek

  • μπόμπιρας — ο 1. είδος χρυσοκανθάρου 2. το έντομο σφήκα 3. μτφ. παιδί ή νεαρός μικρού αναστήματος, μικροκαμωμένος, αλλά αεικίνητος και πανέξυπνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. bombero] …   Dictionary of Greek